ΙΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (1908-1987)

Ο Αλέξανδρος Ιόλας (πραγματικό όνομα: Κωνσταντίνος Κουτσούδης) γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1908. Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, έδειξε από νωρίς κλίση στην μουσική και στον χορό.
Γύρω στο 1925 έρχεται στην Αθήνα με συστατική επιστολή του Κωνσταντίνου Καβάφη. Γνωρίζει από νωρίς από κοντά καλλιτεχνικές και πνευματικές προσωπικότητες της πρωτεύουσας (Άγγελο Σικελιανό, Δημήτρη Μητρόπουλο, Ναυσικά Παλαμά κ.α.). Σπουδάζει χορό με τον Βάσο και την Τανάγρα Κανέλλου.
Το 1928, βρίσκεται στο Βερολίνο όπου συνεχίζει τις σπουδές του. Με την άνοδο του Χίτλερ στην Γερμανία εγκαταλείπει την χώρα για να πάει στο Παρίσι, όπου έρχεται και σε ουσιαστική επαφή με την σύγχρονη τέχνη, μέσω των συχνών του επισκέψεων στις γκαλερί της οδού Marignan.
Εκεί πρωτοαντίκρυσε, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ένα πίνακα του Ντε Κύρικο. Ο Ιόλας συνδέθηκε με τον καλλιτέχνη και συνεργάστηκαν αργότερα. Ο ίδιος σε μία συνέντευξή του το 1971, με αφορμή την οργάνωση της αναδρομικής έκθεσης του Μαξ Έρνστ, περιγράφει το περιστατικό: «η πρώτη φορά που μπήκε στο νού μου η επιθυμία να αποκτήσω ένα πίνακα ήταν πολύ πριν γνωρίσω τον Μαξ Έρνστ, γύρω στα 1933. Μία μέρα, στάθηκα μπροστά σε μία γκαλερί της οδού Marignan στο Παρίσι. Ένας παράξενος πίνακας είχε τραβήξει την προσοχή μου. Ήταν ένα ταμπλό του Ντε Κύρικο, το πρώτο μοντέρνο ζωγραφικό έργο που έβλεπα στην ζωή μου. Παρίστανε μία πλατεία άδεια, στην μέση ένα άγαλμα, στο βάθος ένα τρένο με το φουγάρο του που περνούσε. Τίτλος του πίνακα “Μελαγχολία”. Μπήκα στην γκαλερί και ρώτησα τί είναι αυτό; μου απάντησαν, είναι ένα αριστούργημα του Ντε Κύρικο μπορείτε να το αγοράσετε με 2.000 δολλάρια. Περνούσα από την γκαλερί δίνοντας λίγα λίγα τα χρήματα. Τελικά, ύστερα από πέντε χρόνια ο πίνακας έγινε δικός μου. Από τότε λοιπόν, με εκείνες τις συχνές επισκέψεις στην γκαλερί της οδού Marignan, αρχίζει να μου μπαίνει η ιδέα να κάνω κι εγώ κάποτε μία γκαλερί».

Τα χρόνια της Νέας Υόρκης
Στις αρχές τις δεκαετίας του 40, ο Αλέξανδρος Ιόλας βρέθηκε στην Αμερική, όπου και χόρεψε στην Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης με τον Μπαλανσίν, στο «Ορφέας και Ευριδίκη». Μετά το ατύχημα με το πόδι του, το 1944, ο Ιόλας εγκαταλείπει την χορευτική του καριέρα και στέφεται στις εικαστικές τέχνες.
Το 1946, με την οικονομική βοήθεια της Ελίζαμπεθ Άρντεν, συνεργάζεται με την Ουγκό Γκάλερι (ιδιοκτήτης αρχικά ο Ουγκό, ζωγράφος και εγγονός του Βίκτωρος Ουγκό).
Στο διάστημα αυτό παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Αμερική ατομικές εκθέσεις των: Μαξ Έρνστ (1946), Ρενέ Μαγκρίτ (1947), Βίκτορ Μπράουνερ (1947) αλλά και την πρώτη ατομική έκθεση του Άντυ Γουόρχολ (Ιούνιος 1952, με μία σειρά εικονογραφήσεων διηγημάτων του Τρούμαν Καπότε). Το 1953 ο Ιόλας γίνεται αποκλειστικός ιδιοκτήτης της γκαλερί στην Νέα Υόρκη, οπότε και ονομάζεται «Ιόλας Γκάλερι».
Ο γλύπτης Takis εκθέτει για πρώτη φορά στην Αμερική, στην γκαλερί του Ιόλα (Νοέμβριος 1961). Η συνεργασία αυτή κράτησε μέχρι το 1976.
Ατομικές εκθέσεις στην γκαλερί του Ιόλα, στην Αμερική, πραγματοποιούν η Νίκι Ντε Σανφάλ (1962) και ο Τινγκελί (1962).
Ήδη από την δεκαετία του 50, η γκαλερί έχει καθιερωθεί στην Αμερική. Ο Ιόλας οργανώνει επίσης σημαντικές συλλογές, όπως η συλλογή Ντε Μενίλ, και Σλαμπερζέ.

Επιστροφή στην Ευρώπη
Οι δραστηριότητές του επεκτείνονται και στην Ευρώπη με το άνοιγμα της γκαλερί στην Γενεύη, το 1963. Η γκαλερί εγκαινιάζεται με την έκθεση του Μαξ Έρνστ, ενώ ακολουθεί η έκθεση του Ρενέ Μαγκρίτ.
Στο Παρίσι, τα εγκαίνια της γκαλερί (196, Bd St Germain, όπου βρίσκεται η γκαλερί Ντενίς Ρενέ) έγιναν και πάλι με την έκθεση του Μαξ Ερνστ (Μάιος 1964), ενώ η γκαλερί χαρακτηρίζεται από τον καλλιτεχνικό τύπο ώς «η πιό δραστήρια γκαλερί στο Παρίσι».
Οι πιο πρωτοποριακοί καλλιτέχνες της εποχής όπως οι Τakis, Ζαν Τινγκελί, Υβ Κλάιν, Μαρτιάλ Ραϊς, Νίκι Ντε Σαν Φαλ, Ζαν Πιέρ Ρενώ, Κλόντ & Φρανσουά-Ξαβιέρ Λαλάν, Μαξ Ερνστ, Ντένις Όπενχάιμ, Ρενέ Μαγκρίτ, Φοτριέ, Βολς, Μάττα, Λεονόρ Φινί, Ντοροθέα Τάνινγκ, εκθέτουν στην γκαλερί του Ιόλα.

Το 1965 ανοίγει την τρίτη γκαλερί του ο Ιόλας στο Μιλάνο (μεταξύ άλλων πρώτη ατομική έκθεση του Πίνο Πασκάλι 1967, και συνεργασία με τον Γιάννη Κουνέλη το 1968), ενώ ακολουθεί και η γκαλερί στην Μαδρίτη.
Παράλληλα οργανώνει εκθέσεις Ελλήνων καλλιτεχνών σε όλες του τις γκαλερί των Γκίκα, Τσαρούχη, Φασιανό, Τσόκλη, Ακριθάκη, Μπουτέα, Μαρίνας Καρέλλα, Παύλου, Λαζόγκα και πολλών άλλων.
Η οργάνωση των εκθέσεων και η δημιουργία των γκαλερί θεωρείται υποδειγματική, ενώ το αρχείο του Ιόλα στην γκαλερί του Παρισιού χαρακτηρίζεται ώς «πραγματικό χρυσορυχείο για τον ιστορικό της τέχνης», αφού όπως διηγείται, το 1969, η Βάσια Καρκαγιάννη – Καραμπελιά, «πουθενά αλλού δεν βρήκα τέτοιο πλούτο στοιχείων συμπεριλαμβανομένης και της βιβλιοθήκης του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης».

Εκδοτική Δραστηριότητα
Στις πραγματικές δραστηριότητες του Ιόλα θα πρέπει να προστεθεί και το πλούσιο εκδοτικό του έργο. Οι περισσότερες εκθέσεις των καλλιτεχνών που συνοδεύονται από πολυτελείς καταλόγους των οποίων οι πρόλογοι υπογράφονται από ονόματα όπως ο Αντρέ Μπρετόν («Le Sens Propre» στον κατάλογο της έκθεσης του Ρενέ Μαγκρίτ, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1964), Πιέρ Ρεστανί («Une Aventure Prométhéenne Au Service D’une Intuition Cosmique» στον κατάλογο της έκθεσης «Yves Klein» τον Απρίλιο 1965), Jean Clay («Les Magnétrons De Takis», στον κατάλογο της έκθεσης «Takis 1966»), Αλέν Ζεφρουά («Le Télémagnetisme De Takis», στον κατάλογο των εκθέσεων «Takis, Dix Ans De Sculpture, 1954 – 1964», 1964), Πόντους Χάλτεν («Mela II», στον κατάλογο της έκθεσης του Ζαν Τιγκελί, Νέα Υόρκη, Μάρτιος 1965)
Ο Αλέξανδρος Ιόλας έχει εκδόσει επίσης και ποιητικές συλλογές καλιτεχνών (Μαξ Ερνστ, Lieux Communs Décervelages, Αλ. Ιόλας 1971) σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, τα οποία σήμερα αποτελούν πραγματικά συλλεκτικά κομμάτια. Επίσης το 1985 εξέδωσε το ποίημα του Νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη: «Ο Κήπος Βλέπει» με σχέδια του ζωγράφου Πέτρου.
Όπου το έκρινε απαραίτητο συνόδευε ο ίδιος τις εκθέσεις με δικό του πρόλογο, όπως στην τελευταία έκθεση του Ρενέ Μαγκρίτ («The Eight Sculptures», Al. Iolas, 1968).

Τα Τελευταία Χρόνια
Ο Ιόλας έλεγε συχνά ότι θα έκλεινε τις γκαλερί του όταν θα πέθαινε ο Μαξ Ερνστ (1976). Στη δεκαετία του ΄70 ο Ιόλας κλείνει πράγμετι όλες τις γκαλερί του- με τελευταία εκείνη του Μιλάνου, το 1976.
Απο το 1971, είχε επικεντρώσει όλες τις δραστηριότητές του στην ίδρυση ενος μουσείου Συγχρονης Τέχνης στην Ελλάδα, ενω ίδρυσε απο κοινού με τον αντικέρ Τάσο Ζουμπουλάκη, τη Γκαλερι Ζουμπουλάκη, με αποτέλεσμα να οργανωθούν για πρωτη φορά στην Αθήνα, εκθέσεις των Μαξ Έρνστ, Ρενέ Μαγκρίτ και Τζόρτζιο ντε Κύρικο.
Ενώ ειχε δωρίσει πολλα έργα τέχνης στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης και είναι ένα απο τα ιδρυτικά μέλη του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στο Centre Georges Pompidou του Παρισιού, οι προσπάθειές του για την ίδρυση του Μουσείου, συναντούν πολλές δυσκολίες στην Ελλάδα, ενω για εντελώς ανεξήγητους λόγους ξεκινά ενα κύμα πρωτοφανούς διασυρμού του απο τα Μεσα Μαζικής Ενημέρωσης της εποχής.
Ενα μέρος της συλλογής του Αλέξανδρου Ιόλα-44 έργα- καταλήγει παρ΄ολα αυτά στο Μακεδονικο Μουσείο Σύχγρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη.
Τον Μάρτιο του 1984 συνάπτει συμφωνητικό με τον βιογράφο του Νίκο Σταθούλη για τη συγγαφή της βιογραφίας του.
Τον Μαρτιο του 1985, χαρίζει στο Δήμο Αγιας Παρασκευής 4 στρέμματα προκειμένου να δημιουργηθει ένα Πάρκο της Τέχνης για τα παιδιά του Δήμου, ενώ παραγγέλνει στους καλλιτέχνες του ανάλογα έργα.
Ένα χρόνο πριν πεθάνει, αποφασίζει να ανοίξει έναν ακόμη εκθεσιακό χώρο στο Μιλάνο, ο οποίος εγκαινιάζεται στις αρχές του 1987, με τον «Μυστικό Δείπνο» του Άντι Γουόρχολ, οπου έμελε να είναι και για τούς δυο το Κύκνειο Άσμα τους.
Σε όλη τη διάρκεια της πολύχρονης καριέρας του , ο Ιόλας διατήρησε στενές φιλικές σχέσεις με τους περισσότερους συνεργάτες του. Ο Μαξ Έρνστ στη μεγάλη αναδρομική έκθεση στο Παρίσι το 1971, δήλωσε «Την επιτυχία αυτή την οφείλω στον Αλέξανδρο Ιόλα και τον ευχαριστώ».
Ο Ρενε Μαγκρίτ εξηγεί τη σταθερότητα της συνεργασίας τους ως εξής: «Ο Αλέξανδρος Ιόλας αγοράζει απο το τέλος του Πολέμου, σχεδον όλη τη παραγωγή μου, σε μια περίοδο οπου το έργο μου δεν εύρισκε ουσιαστικούς αγοραστές».
Το ποτρέτο του Αλέξανδρου Ιόλα έχει φιλοτεχνηθεί από τον Ρενέ Μαγκρίτ, τον Μπαλτίς, τον Τζόρτζιο ντε Κύρικο, τον Άντι Γουόρχολ τη Λεονόρ Φινί , 1956, όπου παρουσιάζεται ο Ιόλας ως χορευτής κλασσικού μπαλέτου.
Ο Αλέξανδρος Ιόλας πέθανε τον Ιούνιο του 1987.