Κώστας Κουρούνης Περί υποδομών – Οι καταστροφές στη Μάνδρα και στη Μαγούλα κάτι πρέπει να μας διδάξουν

1967

 

Οι στιγμές αγωνίας που έζησαν και πάλι τα τελευταία βράδια του Ιουνίου οι κάτοικοι της Μάνδρας και της Μαγούλας, ανήμποροι να σώσουν τις περιουσίες τους που τις είδαν για δεύτερη φορά μέσα σε επτά μήνες να χάνονται κάτω από τόνους λάσπης, δεν ήταν απρόβλεπτες. Οι κάτοικοι της περιοχής καταγγέλλουν ότι «τίποτα δεν έχει γίνει». Έχουν δίκιο. Η έλλειψη υποδομών απέναντι σε φυσικές καταστροφές είναι περισσότερο από εμφανής. Όπως ακριβώς καταγγέλλουν οι κάτοικοι, τίποτα δεν έχει γίνει κι έτσι όπως είναι στρωμένο το παιχνίδι, θα ήταν θαύμα αν κάτι γινόταν.

Ας συμφωνήσουμε πάνω σε μερικές αυτονόητες παραδοχές, για να δούμε τι πρέπει να κάνουμε: Οι υποδομές διαμορφώνουν, προστατεύουν και προάγουν τη ζωή μας. Όπως οι μεταφορικές συνδέσεις μάς πηγαίνουν στους προορισμούς μας, έτσι τα ενεργειακά συστήματα τροφοδοτούν τα σπίτια και τις επιχειρήσεις μας, ενώ τα ψηφιακά δίκτυα μας επιτρέπουν να επικοινωνούμε.

Οι υποδομές καλούνται να διαχειρίζονται το άπειρο νερό της φύσης και να το φέρνουν καθαρό στο σπίτι μας και στις επιχειρήσεις. Να παραλαμβάνουν τα απόβλητά μας και να μας προστατεύουν από προβλέψιμα αλλά και «απρόβλεπτα» στοιχεία της φύσης.

Με δυο λόγια, οι υποδομές είναι ζωτικής σημασίας για τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας και, τελικά, αποτελούν θεμελιώδη προϋπόθεση για τη δημιουργία ζωντανών νέων χώρων όπου ζούμε και εργαζόμαστε.

Συναρμοδιότητες για να μένουν όλοι ευχαριστημένοι

Όμως στην τυραννισμένη πατρίδα μας ο σχεδιασμός των υποδομών εξακολουθεί να μην αποτελεί κεντρική κυβερνητική επιλογή. Η παραγωγή υποδομών επιμένει στο παλιομοδίτικο μοντέλο της διάσπασης σε τμήματα και της επικάλυψης των αρμοδιοτήτων, προκειμένου να παίρνουν από λίγες όλα τα «συναρμόδια» υπουργεία, οι αποκεντρωμένες διοικήσεις και όλα τα επίπεδα της αυτοδιοίκησης.

Ας μην κοροϊδευόμαστε, η γνωστότερη συνταγή πολιτικής επιτυχίας είναι η διάσπαση των ομοειδών, η αλλαγή των τίτλων και το μοίρασμα σε επιμέρους αρμοδιότητες για να μείνουν όλοι ικανοποιημένοι, ανεξαρτήτως του αν το αποτέλεσμα δικαιολογεί τον κόπο, τον χρόνο και τα –δανεικά ή δικά μας– χρήματα που σπαταλούμε σαν «μεθυσμένοι γαμπροί στο πανηγύρι» λες και δεν υπάρχει αύριο.

Έτσι, χωρίς σχέδιο

Μετά από τρεις δεκαετίες σχετικής οικονομικής άνεσης και μετά από μία δεκαετία σοβαρότατης οικονομικής κρίσης επιμένουμε να μη διαθέτουμε ρητές διαδικασίες πρόκρισης, αξιολόγησης και παρακολούθησης των υποδομών μας.

Αυτή καθαυτή η ιεράρχηση έργων και αρμοδιοτήτων σε εθνικό, περιφερειακό, ακόμη και δημοτικό επίπεδο είναι άκρως προβληματική και τελικά ασυνεπής, αφού στο τέλος της ημέρας διαπιστώνουμε ότι δεν έχουμε σαφές σχέδιο ανάπτυξης υποδομών, έστω και σε έναν μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Οι αιτίες είναι πολλές, αλλά αν πρέπει να τις ιεραρχήσουμε, πρώτη θα βάλουμε την έλλειψη κουλτούρας συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, καθώς και, κυρίως, την τρομακτική απουσία συνεργασίας μεταξύ των συναρμόδιων υπουργείων.

Το αποτέλεσμα είναι ο προγραμματισμός να είναι ευάλωτος σε πολιτικάντικες παρεμβάσεις συνήθως τοπικού χαρακτήρα αλλά όχι σπάνια και εθνικού χαρακτήρα, ενώ η ένταξη σε ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης (ΚΠΣ, ΕΣΠΑ, Προγράμματα Δράσεων κ.λπ.) παραμένει η κύρια σχεδόν διαδικασία αναζήτησης χρηματοδότησης. Με άλλα λόγια, το σχέδιο των υποδομών μας να είναι αποτέλεσμα των δυνατοτήτων ένταξης για χρηματοδότηση από ευρωπαϊκά προγράμματα παρά από μια εθνικού χαρακτήρα διαδικασία ανάλυσης μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων αναγκών.

Τι συμβαίνει εδώ

Το μοντέλο που επικρατεί στη χώρα μας είναι απομεινάρι του μεταπολεμικού «δημοσίου έργου». Επιβίωσε και επικρατεί μέχρι και σήμερα με τα γνωστά παρεπόμενα, της ατελείωτης παραγωγής και τραγικά εξειδικευμένων προδιαγραφών με ανομολόγητο στόχο τον έλεγχο του ανταγωνισμού (αφού συνήθως «έχουμε δικό μας εργολάβο»), την αποφυγή της καινοτομίας και των «ενοχλητικών» μελετών σκοπιμότητας-βιωσιμότητας.

Κάνουμε κατάτμηση του φυσικού αντικειμένου ανάλογα με τις ασκούμενες πιέσεις, ψαλιδίζοντας παράλληλα και τον χρονικό προγραμματισμό σε επιμέρους χρονικά «τέρμινα» που όλα μαζί συνήθως αθροίζουν πολλαπλάσια του χρόνου που υπολογίζαμε στην αρχή.

Αποτέλεσμα αυτής της νοσηρής διαδικασίας είναι το φούσκωμα του συμβατικού αντικειμένου, η υπέρβαση των επιμέρους έργων και προμηθειών και, τελικά, του συνολικού προϋπολογισμού, παράλληλα με τη δραματική υπέρβαση της διάρκειας κατασκευής.

Τι συμβαίνει διεθνώς

Το πρωταρχικό καθήκον μιας κυβέρνησης είναι να προστατέψει τους πολίτες, όχι να διευθύνει τις ζωές τους, κάτι που σε επίπεδο υποδομών μεταφράζεται στο να κατευθύνουμε πιο αποτελεσματικά τον σχεδιασμό και την υλοποίησή τους και όχι να τις διαχειριζόμαστε ασφυκτικά.

Άλλες ευρωπαϊκές χώρες, που πέρασαν από το δικό μας αναποτελεσματικό στάδιο και το απέρριψαν, πλέον διαφοροποιούν τις πηγές χρηματοδότησης, τους μηχανισμούς παραγωγής, την παρακολούθηση και την εκμετάλλευση των υποδομών, επιφυλάσσοντας για τον ιδιωτικό τομέα έναν ιδιαίτερα διευρυμένο ρόλο.

Για να το πετύχουν αυτό, ελέγχουν και κατευθύνουν τον σχεδιασμό και τις προτεραιότητές του σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο με κριτήριο την αποτελεσματικότητα, έχοντας υιοθετήσει τον κεντρικό σχεδιασμό σε επίπεδο κυβερνητικού συμβουλίου – περιορίζοντας έτσι την αυτονομία των επιμέρους υπουργείων στην παράγωγη υποδομών.

Τι οφείλουμε να κάνουμε

Οι λύσεις είναι προφανείς. Οφείλουμε να τροποποιούμε τους νόμους περί δημοσίων συμβάσεων, προκειμένου να αντιμετωπίζουμε τις υπερτιμήσεις, τα υπερβολικά κόστη των απαλλοτριώσεων, τις υπερβάσεις των προϋπολογισμών και των χρόνων κατασκευής. Οφείλουμε επιπλέον να εκκαθαρίζουμε περιοδικά το ΕΣΠΑ από τα έργα που «δεν προχώρησαν» εις όφελος αυτών που «προχώρησαν». Αυτή είναι μια πρακτική που η αγορά τη γνωρίζει πολύ καλυτέρα από τις κρατικές υπηρεσίες.

Όσο το «δημόσιο έργο» επιμένει να επικρατεί σαν μοντέλο παραγωγής υποδομών, οφείλουμε να βρίσκουμε εναλλακτικούς τρόπους χρηματοδότησης και ουσιαστική κεφαλαιουχική ανάμειξη του ιδιωτικού τομέα. Να αλλάζουμε τους οργανισμούς των υπουργείων, να μεταρρυθμίζουμε τις αρμόδιες γραμματείες ή να τις μεταφέρουμε από το ένα υπουργείο στο άλλο.

Τι μπορούμε να κάνουμε

Σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, μπορούν να γίνουν πολλές γοργές και αποτελεσματικές παρεμβάσεις. Ένα βήμα πέρα από αναλυτικές προτάσεις που έχουν εισηγηθεί ειδικοί επιστήμονες, αξίζει να σταθούμε επιγραμματικά σε τρία σημεία που μπορούν να αποτελέσουν άξονες δράσης:

  1. Επιμονή στον ορθολογικό σχεδιασμό με συγκεκριμένες διαδικασίες πρότασης, έγκρισης και προγραμματισμού έργων, κάτι που προϋποθέτει συνοχή στο εθνικό, περιφερειακό, δημοτικό επίπεδο οργάνωσης, προκειμένου οι διαδικασίες τροποποίησης του σχεδιασμού να είναι απολύτως ελεγχόμενες.
  2. Να ξαναδούμε με άλλο μάτι τις πρακτικές χρηματοδότησης και δημοπράτησης. Με δεδομένη την ισχνότητα των δημοσίων πόρων και τη διαπιστωμένη αναποτελεσματικότητα του Δημοσίου, οφείλουμε με τρόπο αποφασιστικό να υιοθετήσουμε συμπληρωματικά μοντέλα χρηματοδότησης που χρησιμοποιούνται ευρύτατα όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και παγκοσμίως, όπως οι Συμπράξεις Δημόσιου – Ιδιωτικού Τομέα και οι συμβάσεις ανάθεσης σε επίπεδο υπηρεσιών.
  3. Να προχωρήσουμε στη δημιουργία κατάλληλων οργάνων στα πρότυπα προηγμένων χωρών, όπως της Αγγλίας, που δημιούργησε την Αρχή Έργων Υποδομής, υπαγόμενη απευθείας στο Γραφείο του Πρωθυπουργού και του υπουργείου Οικονομικών, ή της Γαλλίας, όπου η πρόκριση ενός έργου ως εθνικού ενδιαφέροντος γίνεται σε επίπεδο Υπουργικού Συμβουλίου και όχι ενός επιμέρους υπουργείου.

Κώστας Κουρούνης
πολιτικός μηχανικός πολεοδόμος